Καλοκαίρια, χειμώνες, καρπούζια, γλυκά του κουταλιού, περιπέτειες….πράματα και θάματα ξεχειλίζουν από το μισό πιθάρι στο υπόγειο του σπιτιού της Ελένης. Κόκκινη κλωστή δεμένη…. ενώνει τόπους κι ιστορίες. Ενώνει τη μικρή Ελένη με τον παππού και το νησί της, τη Μυτιλήνη. Το νησί με τη στεριά απέναντι. «Ό,τι αγαπήσαμε πολύ κι αληθινά, ποτέ δεν πεθαίνει..»

Aνάμεσα σ’ ένα μικρό παιδί και έναν ηλικιωμένο γείτονα, που παίρνει τη θέση του παππού του, αναπτύσσεται μια «παράταιρη» σχέση αγάπης και φιλίας. Τι γίνεται όμως όταν ο «μπαρμπούλης» του φεύγει για το μακρινό του «ταξίδι»;

Με τη βοήθεια μιας παρουσιάστριας και με όχημα παραδοσιακά παραμύθια από τη μακρινή Ασία, γεμάτα λαϊκή σοφία και χιούμορ, οι μικροί θεατές ταξιδεύουν σε χώρες μακρινές, όπως στην Κορέα, την Ινδία, την Ινδονησία, την Ταϊλάνδη, την Ιαπωνία. Με ξεναγό το/τη συγγραφέα του βιβλίου γνωρίζουν τα ήθη και τα έθιμα του κάθε λαού , τις συνθήκες ζωής του, την ιστορία του, τις χαρές και τις λύπες του.

«Με λένε έτσι, γιατί το τρίχωμά μου είναι απαλό και ρόδινο. Χωράω και κάτω από ένα φύλλο. Είμαι ποιητής. Όμως, αυτό οι άλλοι δεν το καταλαβαίνουν. Με πιλατεύουν! Με κάνουν μπαλάκι, για να παίζουν! Γι’ αυτό κι εγώ παρακάλεσα το ξωτικό του δάσους να με κάνει έναν άλλο, έναν ακανθόχοιρο με μεγάλα σουβλερά αγκάθια. Να τους πονάω, όπως με πονάνε. Το μόνο που δεν υπολόγισα είναι ότι αυτά τ’ αγκάθια μπορεί να ματώσουν κι εμένα……..»